ἐφορμήσας

ἐφορμήσας
ἐφορμήσᾱς , ἐφορμάω
stir up
aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)
ἐφορμήσᾱς , ἐφορμάω
stir up
aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)
ἐφορμήσᾱς , ἐφορμέω
lie moored at
aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)
ἐφορμήσᾱς , ἐφορμέω
lie moored at
aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • καταδέω — (I) καταδέω (Α) 1. δένω στερεά («ἵππους μὲν κατέδησαν... ἱμᾱσι φάτνη ἐφ ἱππείῃ» Ομ. Ιλ.) 2. περιδένω, περιτυλίγω («θραῡμά ἐστι καταδῆσαι», ΠΔ) 3. βάζω σε δεσμά, φυλακίζω («συνέλαβε σφέας καὶ κατέδησε», Ηρόδ.) 4. καταδικάζω κάποιον για έγκλημα 5.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”